Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Μπλε Ρουά


Πως λέμε Ρουά ματ !
Ρουά ματ,  από την κυρία με τα μπλε.

-Εδώ δουλεύετε  ; Με ρώτησε με κοφτή φωνή που απαιτούσε άμεσα απάντηση.
-Όχι , απάντησα, τον καφέ μου περιμένω.
-Α!, είπε σχεδόν υποτιμητικά και γύρισε την πλάτη της μπαίνοντας μέσα στο cafe με ύφος ερευνητικό. 

Ξαναβγήκε όπως μπήκε και δεν απευθύνθηκε σε κανέναν.
Μα φυσικά, τι δουλειά έχει μια γυναίκα στην είσοδο ενός cafe αν δεν εργάζεται εκεί!!!!!
Κάποτε οι δεσποινίδες και οι κυρίες  έπιναν τον καφέ τους σε πολύ πιο elegant μέρη.

Ψηλή γυναίκα, λεπτή, ξερακιανή. Τα μάτια της είχαν ένα εκτυφλωτικό μπλέ χρώμα.
Δεν ήταν γαλάζια, δεν ήταν θαλασσιά, ούτε γκρι. Ήταν μπλε. Μπλέ ρουά.  Ίδιο μ’ αυτό το μπλέ που έχουν μερικές καλοκαιρινές νύχτες, λίγο πριν γίνει μαύρο. Και εκπληκτικά σπινθηροβόλα.

Το ίδιο χρώμα είχε και το παλτό της που φάνταζε υπερβολικά ντεμοντέ  ή avangard μοντέρνο.
Καλοχτενισμένη. Τα μπροστινά γιατί τα πίσω τα είχε ξεχάσει και είχαν ακόμη τ’ αποτύπωμα του μαξιλαριού. Και τι πειράζει, ή ίδια δεν το έβλεπε άλλωστε.

Περπατούσε με δυσκολία υποβασταζόμενη από την μικρόσωμη βοηθό της και παρ’ όλα αυτά, τραβολογώντας την, έψαχνε με αδημονία κάτι. Κάτι που ήταν εκεί όταν ήταν ίσως νεότερη, μπορεί και πέρυσι, αλλά που δεν ήταν τώρα.

Πρέπει να είχε μείνει αρκετό καιρό κλεισμένη σπίτι μέχρι που να βαρέθηκε,  να παραιτήθηκε από τα «όχι δεν θέλω» γυναίκα, μια χαρά τα καταφέρνω, να πήρε τελικά τη μικρή πρόσφατα και να ξεχύθηκε ξανά στους δρόμους…
Ογδόντα πέντε και βάλε κι άλλο κι είχε μια δίψα γι αυτή την άνοιξη που δεν της το χαλούσες με τίποτα.
Σε λίγο έστριψε στην πρώτη στοά με πιο σταθερό βήμα. Σίγουρα κάτι αναγνώρισε.

Μου έφτιαξε τη μέρα. Κι αυτό το μπλέ ρουά  χρώμα των ματιών της κύλισε σαν βάλσαμο μέσα στις φλέβες μου.
Κάπου το έχω ξαναδεί.